Το δικαίωμα χρήσης του ονόματος Royal Enfield δόθηκε από το στέμμα το 1890, στην εταιρία Enfield Cycle η οποία κατασκεύαζε μοτοσυκλέτες, ποδήλατα και κινητήρες, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε αμέσως.
Το 1893 η εταιρία the Enfield Manufacturing Company Ltd ξεκίνησε να κατασκευάζει ποδήλατα.
Μέχρι το 1899 κατασκεύζε τετράτροχα με κινητήρες De Dion.
Περίοδος Α Παγκοσμίου Πολέμου (1911-1920)
1913 Enfield 425cc
Το 1911, πριν το ξέσπασμα του Α Παγκοσμίου Πολέμου, η εταιρία πρόσθεσε τη λέξη Royal στο όνομα της και έγινε Royal Enfield.
To 1912 το μοντέλο Royal Enfield 180 sidecar combination παρουσιάστηκε,με ένα κινητήρα JAP 770cc V-Twin, και έτρεξε με επιτυχία στους αγώνες του Isle of Man TT και στο Brooklands.
H Royal Enfield προμήθευε μεγάλους αριθμούς μοτοσυκλετών στο Βρετανικό στρατό και είχε και συμβόλαιο παραγωγής μοτοσυκλετών με την αυτοκρατορική κυβέρνηση της Ρωσίας, χρησιμοποιούσε δικούς της κινητήρες, ένα δίχρονο μονοκύλινδρο 225cc και ένα V-Twin 425cc.
Επίσης κατασκεύαζε και μια μοτοσυκλέτα 8 ίππων με καλάθι στο οποίο ήταν προσαρμοσμένο ένα πολυβόλο Vickers.
Περίοδος ΜεσοΠολέμου (1921-1939)
1923 Royal Enfield 225cc
Το 1921 η Enfield κατασκεύασε ένα νέο δικύλινδρο κινητήρα 976cc, και το 1924 βγήκε στην παραγωγή η πρώτη τετράχρονη Enfield με κινητήρα JAP 350cc.
Παρά τη πτώση των πωλήσεων λόγο της κρίσης του 1930 η εταιρία βασιζόμενη στα αποθέματα της συνέχισε να λειτουργεί.
Το 1931 πεθαίνει ένας από τους ιδρυτές της εταιρίας, ο Albert Eddie και λίγο μετά το 1933 πεθαίνει και ο συνεταίρος του R.W. Smit.
Περίοδος 2ου Παγκοσμίου Πολέμου (1939–1945)
Κατά τη περίοδο του 2ού Παγκοσμίου Πολέμου, η εταιρία Enfield Cycle Company κλήθηκε από τις Βρετανικές αρχές να κατασκευάσει στρατιωτικές μοτοσυκλέτες.
Τα μοντέλα που κατασκευάστηκαν για το στρατό ήταν τα:
- WD/C 350cc sidevalve,
- WD/CO 350cc OHV,
- WD/D 250cc SV,
- WD/G 350cc OHV
- WD/L 570cc SV
Ένα από τα πιο γνωστά Enfield της εποχής ήταν το Royal Enfield WD/RE γνωστό και ως φτερωτός ψύλλος, μια ελαφριά μοτοσυκλέτα 125cc η οποία σχεδιάστηκε για να πέφτει από τα αεροπλάνα μαζί με τους αλεξιπτωτιστές.
Royal Enfield WD/RE Royal Enfield WD/RE
Προκειμένου να προστατευτεί η παραγωγή από τους βομβαρδισμούς των Γερμανών, ένα υπόγειο εργοστάσιο κατασκευάστηκε το 1942 κοντά στο Bradford-on-Avon στο Wiltshire.
Παράλληλα με τη κατασκευή μοτοσυκλετών, το εργοστάσιο κατασκεύαζε μηχανικούς ανιχνευτές για τα αντιαεροπορικά πυροβόλα, καθώς η σταθερή θερμοκρασία του υπόγειου ήταν ιδανική για τη κατασκευή τέτοιων υψηλής ακρίβειας μηχανισμών.
Μετά τον πόλεμο το εργοστάσιο συνέχισε τη λειτουργία του, κατασκευάζοντας κινητήρες και μηχανισμούς υψηλής ακρίβειας ακόμη και μετά τη παύση της παραγωγής των μοτοσυκλετών.
Μεταπολεμική περίοδος (1946–1954)
Μεταπολεμικά η Royal Enfield ξανά ξεκίνησε τη παραγωγή των μονοκύλινδρων μοντέλων G (350cc) και J (500cc).
Πρόκειται για μοτοσυκλέτες καθημερινής χρήσης προορισμένες για ένα κόσμο που διψούσε για μετακίνηση.
Επίσης ένας μεγάλος αριθμός στρατιωτικών μοντέλων C και CO δόθηκε στην κυκλοφορία από το στρατό.
Model G
Bullet 350cc - 500cc(1949-1970)
To 1948 κατασκευάστηκε μια πρωτοποριακή πίσω ανάρτηση αρχικά για τα αγωνιστικά μοντέλα trial (τα σημερινά τύπου enduro μοντέλα), αλλά σύντομα προσαρμόστηκε και στο «πολιτικό» μονοκύλινδρο Bullet 350cc.
Αυτό έγινε ένα πολύ δημοφιλές μοντέλο χάρη στην άνετη και χωρίς κραδασμούς (για τα δεδομένα της εποχής) συμπεριφοράς του.
Σύντομα παρουσιάστηκε και η έκδοση των 500cc.
Στα τέλη του 1950 η παραγωγή των Bullet σταματάει στη Βρετανία και τα μηχανήματα πωλούνται στην Ινδία όπου η παραγωγή συνεχίζεται έως και σήμερα.
500 Twins, Meteors, Super Meteors and Constellations (1949-1963)
Royal Enfield 500 twin
Royal Enfield Meteor
Royal Enfield Constellation
Το 1949 η Royal Enfield παρουσιάζει ένα μοντέλο 500cc το οποίο ήταν ο προκάτοχος των επερχόμενων Royal Enfield Meteor 600cc Super Meteor και του 700cc Constellation. Τα μοντέλα αυτά αν και παρουσίαζαν καλές επιδόσεις σε χαμηλές τιμές και πουλήθηκαν αρκετά, παρόλα αυτά δεν απέκτησαν την ανάλογη φήμη.
Ειδικά το 700cc Royal Enfield Constellation Twin είχε χαρακτηριστεί ως το πρώτο superbike!
Μοντέλα 250cc
Royal Enfield Crusader
Στα τέλη της δεκαετίας του 50 και στις αρχές του 1960 η Royal Enfield παρήγαγε διάφορες μοτοσυκλέτες 250cc.
H μεγαλύτερη εμπορική της επιτυχία ήταν το Crusader ένα μονοκύλινδρο 248cc με 18 ίππους.
Το 1965 παρουσιάστηκε μια παραλλαγή του με 21 ίππους, το GT Continental με 5 ταχύτητες (οι οποίες υπήρχαν και σαν προαιρετική επιλογή στο crusader), κλιπ ον, και στηρίγματα για τα πόδια του συνεπιβάτη. Η cafe racer εμφάνιση του είχε ως αποτέλεσμα τις καλές πωλήσεις του.
Άλλες παραλλαγές ήταν το 250 Turbo Twin με τον δίχρονο κινητήρα Villers, και το περίεργο 250 super 5 με τη χαρακτηριστική μπροστινή ανάρτηση trailing-link αντί των συμβατικών τηλεσκοπικών πιρουνιών που είχαν τα υπόλοιπα μοντέλα.
Enfield Indians
Από το 1955 έως το 1959 οι Royal Enfield βάφονταν κόκκινες και πωλούνταν στην Αμερικάνικη αγορά σαν «Indian» από την εταιρία Brockhouse, η οποία είχε τον έλεγχο της την εταιρίας «Indian», και είχε σταματήσει να κατασκευάζει αμερικάνικες «Indian» από το 1953.
Royal Enfield Indian
Οι Αμερικανοί πάντως δεν έδειξαν να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα και η συμφωνία έληξε το 1960, και από το 1961 οι Royal Enfield πωλούνταν στις Η.Π.Α. με το δικό τους όνομα.
Η μεγαλύτερη Enfield «Indian» ήταν ένα μοντέλο 700cc με το όνομα Chief όπως και αμερικάνικη προκάτοχος της.
Royal Enfield Interceptor
Την εποχή που ξεκίνησε η μάχη για συνεχώς καλύτερους κινητήρες από τους γιαπωνέζους κατασκευαστές στα τέλη της δεκαετίας του 60 και στις αρχές του 70, η Βρετανική εταιρία έκανε τη τελευταία προσπάθεια της (τη περίοδο 1962-1968) με τα μοντέλα Interceptor Ι και ΙΙ.
Κατασκευασμένα κυρίως για την αμερικάνικη αγορά, είχαν πολύ χρώμιο και δυνατές επιδόσεις, με τελικές που ξεπερνούσαν τα 175χ/α.
Τα μοντέλα αυτά έγιναν πολύ δημοφιλή στις Η.Π.Α. αλλά η αδυναμία της εταιρίας να εξυπηρετήσει την αυξημένη ζήτηση οδήγησε στο τέλος της τελευταίας Βρετανικής Royal Enfield.
Το εργοστάσιο του Redditch σταμάτησε την παραγωγή του το 1967 και πωλήθηκε στην Norton-Triumph-Villiers (NVT) το 1968, ενώ εκείνο στο Bradford-on-Avon έκλεισε το 1970.
Αυτό σήμανε και το τέλος της Βρετανικής Royal Enfield η οποία έπαυσε να υπάρχει το 1971.
Λίγα από τα κτίρια του εργοστασίου στο Redditch παραμένουν όρθια ως σήμερα.
Αφότου έκλεισε το εργοστάσιο κάτι παραπάνω από 200 κινητήρες του Interceptor Series II παρέμειναν στο τελωνείο.
Αφορούσαν μια παραγγελία για τον Floyd Clymer στις Η.Π.Α. ο οποίος είχε αφήσει το μάταιο τούτο κόσμο λίγο νωρίτερα. Η εξαγωγική εταιρία Mitchell's of Birmingham ανέλαβε να τους πουλήσει.
Πλησίασαν τους αδελφούς Rickman οι οποίοι συναρμολόγησαν ένα περιορισμένο αριθμό από Rickman Interceptors.
Rickman Interceptor
Από το 1956 όμως η Enfield India είχε ξεκινήσει τη συναρμολόγηση του μοντέλου Bullet με την άδεια της μητρικής εταιρίας, και από το 1962 κατασκεύαζε ολόκληρες μοτοσυκλέτες.
Η Enfield India απόκτησε τα δικαιώματα χρήσης του ονόματος Royal Enfield το 1995, και η παραγωγή των μοτοσυκλετών γίνεται στη πόλη Chennai.
Καθώς λοιπόν η εταιρία συνεχίζει, η Royal Enfield είναι η μοναδική εταιρία μοτοσυκλετών η οποία απλώνει τη λειτουργία της σε 3 αιώνες και συνεχίζει έως σήμερα με αδιάλειπτη λειτουργία και το μοντέλο Bullet
είναι η μοτοσυκλέτα με τη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια παραγωγής όλων των εποχών.
Η ιστορία της Βρετανικής Royal Enfield











Το δικαίωμα χρήσης του ονόματος Royal Enfield δόθηκε από το στέμμα το 1890, στην εταιρία Enfield Cycle η οποία κατασκεύαζε μοτοσυκλέτες, ποδήλατα και κινητήρες, αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε αμέσως.
Το 1893 η εταιρία the Enfield Manufacturing Company Ltd ξεκίνησε να κατασκευάζει ποδήλατα.
Μέχρι το 1899 κατασκεύζε τετράτροχα με κινητήρες De Dion.
Περίοδος Α Παγκοσμίου Πολέμου (1911-1920)
1913 Enfield 425cc
Το 1911, πριν το ξέσπασμα του Α Παγκοσμίου Πολέμου, η εταιρία πρόσθεσε τη λέξη Royal στο όνομα της και έγινε Royal Enfield.
To 1912 το μοντέλο Royal Enfield 180 sidecar combination παρουσιάστηκε,με ένα κινητήρα JAP 770cc V-Twin, και έτρεξε με επιτυχία στους αγώνες του Isle of Man TT και στο Brooklands.
H Royal Enfield προμήθευε μεγάλους αριθμούς μοτοσυκλετών στο Βρετανικό στρατό και είχε και συμβόλαιο παραγωγής μοτοσυκλετών με την αυτοκρατορική κυβέρνηση της Ρωσίας, χρησιμοποιούσε δικούς της κινητήρες, ένα δίχρονο μονοκύλινδρο 225cc και ένα V-Twin 425cc.
Επίσης κατασκεύαζε και μια μοτοσυκλέτα 8 ίππων με καλάθι στο οποίο ήταν προσαρμοσμένο ένα πολυβόλο Vickers.
Περίοδος ΜεσοΠολέμου (1921-1939)
1923 Royal Enfield 225cc
Το 1921 η Enfield κατασκεύασε ένα νέο δικύλινδρο κινητήρα 976cc, και το 1924 βγήκε στην παραγωγή η πρώτη τετράχρονη Enfield με κινητήρα JAP 350cc.
Παρά τη πτώση των πωλήσεων λόγο της κρίσης του 1930 η εταιρία βασιζόμενη στα αποθέματα της συνέχισε να λειτουργεί.
Το 1931 πεθαίνει ένας από τους ιδρυτές της εταιρίας, ο Albert Eddie και λίγο μετά το 1933 πεθαίνει και ο συνεταίρος του R.W. Smit.
Περίοδος 2ου Παγκοσμίου Πολέμου (1939–1945)
Κατά τη περίοδο του 2ού Παγκοσμίου Πολέμου, η εταιρία Enfield Cycle Company κλήθηκε από τις Βρετανικές αρχές να κατασκευάσει στρατιωτικές μοτοσυκλέτες.
Τα μοντέλα που κατασκευάστηκαν για το στρατό ήταν τα:
- WD/C 350cc sidevalve,
- WD/CO 350cc OHV,
- WD/D 250cc SV,
- WD/G 350cc OHV
- WD/L 570cc SV
Ένα από τα πιο γνωστά Enfield της εποχής ήταν το Royal Enfield WD/RE γνωστό και ως φτερωτός ψύλλος, μια ελαφριά μοτοσυκλέτα 125cc η οποία σχεδιάστηκε για να πέφτει από τα αεροπλάνα μαζί με τους αλεξιπτωτιστές.
Royal Enfield WD/RE
Royal Enfield WD/RE
Προκειμένου να προστατευτεί η παραγωγή από τους βομβαρδισμούς των Γερμανών, ένα υπόγειο εργοστάσιο κατασκευάστηκε το 1942 κοντά στο Bradford-on-Avon στο Wiltshire.
Παράλληλα με τη κατασκευή μοτοσυκλετών, το εργοστάσιο κατασκεύαζε μηχανικούς ανιχνευτές για τα αντιαεροπορικά πυροβόλα, καθώς η σταθερή θερμοκρασία του υπόγειου ήταν ιδανική για τη κατασκευή τέτοιων υψηλής ακρίβειας μηχανισμών.
Μετά τον πόλεμο το εργοστάσιο συνέχισε τη λειτουργία του, κατασκευάζοντας κινητήρες και μηχανισμούς υψηλής ακρίβειας ακόμη και μετά τη παύση της παραγωγής των μοτοσυκλετών.
Μεταπολεμική περίοδος (1946–1954)
Μεταπολεμικά η Royal Enfield ξανά ξεκίνησε τη παραγωγή των μονοκύλινδρων μοντέλων G (350cc) και J (500cc).
Πρόκειται για μοτοσυκλέτες καθημερινής χρήσης προορισμένες για ένα κόσμο που διψούσε για μετακίνηση.
Επίσης ένας μεγάλος αριθμός στρατιωτικών μοντέλων C και CO δόθηκε στην κυκλοφορία από το στρατό.
Model G
Bullet 350cc - 500cc(1949-1970)
To 1948 κατασκευάστηκε μια πρωτοποριακή πίσω ανάρτηση αρχικά για τα αγωνιστικά μοντέλα trial (τα σημερινά τύπου enduro μοντέλα), αλλά σύντομα προσαρμόστηκε και στο «πολιτικό» μονοκύλινδρο Bullet 350cc.
Αυτό έγινε ένα πολύ δημοφιλές μοντέλο χάρη στην άνετη και χωρίς κραδασμούς (για τα δεδομένα της εποχής) συμπεριφοράς του.
Σύντομα παρουσιάστηκε και η έκδοση των 500cc.
Στα τέλη του 1950 η παραγωγή των Bullet σταματάει στη Βρετανία και τα μηχανήματα πωλούνται στην Ινδία όπου η παραγωγή συνεχίζεται έως και σήμερα.
500 Twins, Meteors, Super Meteors and Constellations (1949-1963)
Royal Enfield 500 twin
Royal Enfield Meteor
Royal Enfield Constellation
Το 1949 η Royal Enfield παρουσιάζει ένα μοντέλο 500cc το οποίο ήταν ο προκάτοχος των επερχόμενων Royal Enfield Meteor 600cc Super Meteor και του 700cc Constellation. Τα μοντέλα αυτά αν και παρουσίαζαν καλές επιδόσεις σε χαμηλές τιμές και πουλήθηκαν αρκετά, παρόλα αυτά δεν απέκτησαν την ανάλογη φήμη.
Ειδικά το 700cc Royal Enfield Constellation Twin είχε χαρακτηριστεί ως το πρώτο superbike!
Μοντέλα 250cc
Royal Enfield Crusader
Στα τέλη της δεκαετίας του 50 και στις αρχές του 1960 η Royal Enfield παρήγαγε διάφορες μοτοσυκλέτες 250cc.
H μεγαλύτερη εμπορική της επιτυχία ήταν το Crusader ένα μονοκύλινδρο 248cc με 18 ίππους.
Το 1965 παρουσιάστηκε μια παραλλαγή του με 21 ίππους, το GT Continental με 5 ταχύτητες (οι οποίες υπήρχαν και σαν προαιρετική επιλογή στο crusader), κλιπ ον, και στηρίγματα για τα πόδια του συνεπιβάτη. Η cafe racer εμφάνιση του είχε ως αποτέλεσμα τις καλές πωλήσεις του.
Άλλες παραλλαγές ήταν το 250 Turbo Twin με τον δίχρονο κινητήρα Villers, και το περίεργο 250 super 5 με τη χαρακτηριστική μπροστινή ανάρτηση trailing-link αντί των συμβατικών τηλεσκοπικών πιρουνιών που είχαν τα υπόλοιπα μοντέλα.
Enfield Indians
Από το 1955 έως το 1959 οι Royal Enfield βάφονταν κόκκινες και πωλούνταν στην Αμερικάνικη αγορά σαν «Indian» από την εταιρία Brockhouse, η οποία είχε τον έλεγχο της την εταιρίας «Indian», και είχε σταματήσει να κατασκευάζει αμερικάνικες «Indian» από το 1953.
Royal Enfield Indian
Οι Αμερικανοί πάντως δεν έδειξαν να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα και η συμφωνία έληξε το 1960, και από το 1961 οι Royal Enfield πωλούνταν στις Η.Π.Α. με το δικό τους όνομα.
Η μεγαλύτερη Enfield «Indian» ήταν ένα μοντέλο 700cc με το όνομα Chief όπως και αμερικάνικη προκάτοχος της.
Royal Enfield Interceptor
Την εποχή που ξεκίνησε η μάχη για συνεχώς καλύτερους κινητήρες από τους γιαπωνέζους κατασκευαστές στα τέλη της δεκαετίας του 60 και στις αρχές του 70, η Βρετανική εταιρία έκανε τη τελευταία προσπάθεια της (τη περίοδο 1962-1968) με τα μοντέλα Interceptor Ι και ΙΙ.
Κατασκευασμένα κυρίως για την αμερικάνικη αγορά, είχαν πολύ χρώμιο και δυνατές επιδόσεις, με τελικές που ξεπερνούσαν τα 175χ/α.
Τα μοντέλα αυτά έγιναν πολύ δημοφιλή στις Η.Π.Α. αλλά η αδυναμία της εταιρίας να εξυπηρετήσει την αυξημένη ζήτηση οδήγησε στο τέλος της τελευταίας Βρετανικής Royal Enfield.
Το εργοστάσιο του Redditch σταμάτησε την παραγωγή του το 1967 και πωλήθηκε στην Norton-Triumph-Villiers (NVT) το 1968, ενώ εκείνο στο Bradford-on-Avon έκλεισε το 1970.
Αυτό σήμανε και το τέλος της Βρετανικής Royal Enfield η οποία έπαυσε να υπάρχει το 1971.
Λίγα από τα κτίρια του εργοστασίου στο Redditch παραμένουν όρθια ως σήμερα.
Αφότου έκλεισε το εργοστάσιο κάτι παραπάνω από 200 κινητήρες του Interceptor Series II παρέμειναν στο τελωνείο.
Αφορούσαν μια παραγγελία για τον Floyd Clymer στις Η.Π.Α. ο οποίος είχε αφήσει το μάταιο τούτο κόσμο λίγο νωρίτερα. Η εξαγωγική εταιρία Mitchell's of Birmingham ανέλαβε να τους πουλήσει.
Πλησίασαν τους αδελφούς Rickman οι οποίοι συναρμολόγησαν ένα περιορισμένο αριθμό από Rickman Interceptors.
Rickman Interceptor
Από το 1956 όμως η Enfield India είχε ξεκινήσει τη συναρμολόγηση του μοντέλου Bullet με την άδεια της μητρικής εταιρίας, και από το 1962 κατασκεύαζε ολόκληρες μοτοσυκλέτες.
Η Enfield India απόκτησε τα δικαιώματα χρήσης του ονόματος Royal Enfield το 1995, και η παραγωγή των μοτοσυκλετών γίνεται στη πόλη Chennai.
Καθώς λοιπόν η εταιρία συνεχίζει, η Royal Enfield είναι η μοναδική εταιρία μοτοσυκλετών η οποία απλώνει τη λειτουργία της σε 3 αιώνες και συνεχίζει έως σήμερα με αδιάλειπτη λειτουργία και το μοντέλο Bullet
είναι η μοτοσυκλέτα με τη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια παραγωγής όλων των εποχών.